Published March 2019
| Version v1
Dissertation
Open
Strategies of Resistance: Cretan Archaeology and Political Networks during the Late 19th and Early 20th Century
Description
When the modern nation state of Greece became recognized in 1830, archaeology suddenly became ensnared in the politics of identity formation in various Greek speaking communities. Although historical narratives about the development of Greek archaeology have been characterized as marred by antagonistic accounts of western European imposition, the contentious territory of Crete under the Ottoman Empire tells a particularly unique and complementary narrative that warrants our critical attention.
This dissertation investigates the development of Cretan archaeological practices by examining the discipline's shifting dynamics from the time Crete became a semi-autonomous parliamentary state until its bilateral unification with Greece in 1913. My study advocates a new and comparative evaluation of Crete's political, social, and economic upheavals under the Ottoman Empire through three principal arguments regarding the early moments of Cretan archaeology. First, Cretan archaeology was initially used as a strategy of resistance by the indigenous Cretans and foreign archaeologists as a means to divest from the Ottoman administration between 1878-1898. Second, while previous histories have framed discussions of archaeology through a "colonial" or "crypto-colonial" framework, the involvement of the Cretan intelligentsia and foreign excavators suggests that these accusations were not entirely accurate. Third, the Cretans' appeal to a common western heritage was, in part, responsible for the reason why the Filekpaideftikos Syllogos (and then later the Archaeological Service of Crete) was accommodating toward non-Greek western archaeologists. After Crete's unilateral unification with Greece between 1908-1913 and the Great Powers' military departure, the internal dynamic of Crete's archaeological politics began to shift.
Other
Μετά από αιώνες οθωμανικής κατοχής, το νεότερο εθνικό κράτος της Ελλάδας αναγνωρίστηκε το 1830 και η αρχαιολογία αξιοποιήθηκε στο πλαίσιο των πολιτικών σχεδιασμών, για να σημασιοδοτηθεί η ελληνική κοινωνική ταυτότητα μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς. Παρόλο που οι αφηγήσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής αρχαιολογίας έχουν αμαυρωθεί από τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις της δυτικής ευρωπαϊκής επιβολής και του «αυτόχθονου Ελληνισμού», η Κρήτη έχει μια ιδιαίτερη αφήγηση ξεχωριστή από αυτή της υπόλοιπης Ελλάδας. Θα ήθελα να προτείνω μια νέα αξιολόγηση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της Κρήτης κυρίως μέσω δύο ευρύτερων παραμέτρων με βάση την ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας. Πρώτον, η έρευνα αυτή ενσωματώνει πολυσύνθετες προσεγγίσεις για να υποστηρίξει ότι μέσω σχέσεων που αναπτύχθηκαν στον χώρο της αρχαιολογίας, τόσο οι Κρήτες όσο και οι Ευρωπαίοι ανασκαφείς χρησιμοποίησαν την αρχαιολογία ως έναν διακριτικό τρόπο αντίστασης στην μακραίωνη εξουσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο νησί [1669-1898]. Οι αρχαιολόγοι και από τις δύο πλευρές χαρακτήρισαν την Κρήτη, ιδιαίτερα μετά την έναρξη των ανασκαφών στο νησί το 1878/9, ως το «λίκνο του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού», μια ιδέα, η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στην αποδοχή της ενοποίησης με την Ελλάδα το 1913. Δεύτερον, παρέχει μία από τις πρώτες συστηματικές και περιεκτικές αναλύσεις των απαρχών της κρητικής αρχαιολογίας και της ανάπτυξής της στην αγγλική γλώσσα μέσα από την οπτική των ίδιων των Κρητικών. Στο πλαίσιο αυτό, αρχειακά έγγραφα συγκεντρώθηκαν από διαφορετικούς φορείς με σκοπό την ανίχνευση των κοινωνικών δικτύων «των λογίων» της εποχής της κρητικής αρχαιολογίας, προερχόμενοι από χώρες των Μεγάλων Δυνάμεων όπως την Γερμανία, την Ιταλία, τη Βρετανία ή ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτός από την παρουσίαση των παραπάνω επιχειρημάτων, η διατριβή δείχνει επίσης ότι το αρχειακό υλικό, όταν προσεγγίζεται ολιστικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια ολοκληρωμένη έρευνα συνδυάζοντας την ιστορία, ανθρωπολογία, αρχαιολογία, τις κλασσικές αλλά και πολιτικές επιστήμες. Η Συνθήκη της Χαλέπας [1878] μεταμόρφωσε το Κρητικό θεσμικό πλαίσιο-κοινωνικά και πολιτικά- νομιμοποιώντας ομάδες όπως ο τοπικός εκπαιδευτικός σύλλογος του Ηρακλείου, που αναφέρεται ως Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος. Ως αποτέλεσμα αυτών των θεσμικών αλλαγών (´Άρθρο XV), λογοτεχνικές ομάδες, ο Τύπος και οι αρχαιολογικές ανασκαφές παγιώθηκαν ως αναπόσπαστα κομμάτια του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου της Κρήτης. Οι, Κρήτες ανασκαφείς, υπό μερικό πλέον οθωμανικό έλεγχο, είχαν τη δυνατότητα να ενσωματώσουν το αρχαίο παρελθόν του νησιού σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο που έλειπε στις προηγούμενες περιόδους της καταπιεστικής διακυβέρνησης. Λαμβάνοντας υπόψη τις κυρίαρχες αφηγήσεις για τη σχέση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη νεότερη Ευρώπη, η διεπιστημονική προσέγγιση της παρούσας διατριβής, επικεντρώνεται πιο συγκεκριμένα στο πώς αναδύθηκε η κρητική αρχαιολογία μέσα από την πολιτική δυσαρέσκεια και αντίσταση. Προσφέροντας δεδομένα για την πολιτική, ιστορική και κοινωνική ανάπτυξη της κρητικής αρχαιολογίας υπό οθωμανική κυριαρχία, αυτή η διατριβή αναδεικνύει πτυχές που διαφορετικά θα μπορούσαν να χαθούν σε μια καθαρά γραμμική αφήγηση. Ταυτόχρονα, θέτει υπό αμφισβήτηση τις προηγούμενες αντιλήψεις για την αρχαιολογία, την αποικιοκρατία και τον εθνικισμό, κατηγοριοποιώντας τους Κρήτες ανασκαφείς ως μία δευτερεύουσα ομάδα στο περιθώριο της οθωμανικής-τουρκικής διοίκησης. ´Έτσι, μέσα από αυτή την έρευνα, διαμορφώνεται η δική μου θεωρία για την ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας ως επιστήμης. Η παρούσα διδακτορική διατριβή χωρίζεται σε δύο βασικά τμήματα, όπου το Μέρος 1 επικεντρώνεται στο ιστορικό πλαίσιο της θεμελίωσης της κρητικής αρχαιολογίας (Κεφάλαια 1 & 2), ενώ το Μέρος 2 επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ιστορία της κρητικής αρχαιολογίας την περίοδο που ξεκινούν οι σχετικές εργασίες στο νησί (Κεφάλαια 3, 4, 5, & 6). Το Κεφάλαιο 1 αρχίζει με την Επαναστατική Συνέλευση των Αρχάνων το 1897, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για να θεωρήσουμε τους ντόπιους αρχαιολόγους ως «πολιτικούς αντάρτες». Συγκεκριμένα, εξετάζω τις επαναστατικές δεσμεύσεις του ιατρού-ανασκαφέα Ιωσήφ Χατζηδάκη [1848-1936] και την ικανότητά του να υπονομεύσει τον Πρόεδρο της Συνέλευσης, Ελευθέριο Βενιζέλο [1864-1936] σε θέματα που αφορούσαν στην Κρητική αυτονομία και την ´Ένωση. Το Κεφάλαιο 2 επικεντρώνεται στην παράδοση των ξένων ταξιδιωτών στην Κρήτη και πώς οι αφηγήσεις τους αργότερα επηρέασαν τις αρχαιολογικές ανασκαφές στο νησί. Το Κεφάλαιο 3 παρέχει λεπτομερή περιγραφή της πρώτης ανασκαφής στην Κρήτη υπό τη διεύθυνση του Μίνωα Α. Καλοκαιρινού στο λόφο της Κεφάλας Κνωσού το 1878/9. Επιπλέον, εντοπίζω τη δια βίου μάχη του Καλοκαιρινού [1843-1907] για την αναγνώριση των αρχαιολογικών του επιτευγμάτων, τα οποία αγνοήθηκαν από τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες που ζήτησαν τη βοήθεια ξένων αρχαιολόγων για να συνεχίσουν τις εργασίες στον χώρο αυτό, π.χ. τον Heinrich Schliemann και τον Sir Arthur Evans. Στα Κεφάλαια 4 και 5 αναπτύσσεται το ζήτημα της αλληλεξάρτησης μεταξύ των Κρητών διανοουμένων (π.χ. εκείνων που ασχολούνται με την διαμόρφωση της αρχαιολογικής συζήτησης) και ξένων ανασκαφέων που εργάστηκαν για την ίδρυση μόνιμου αρχαιολογικού μουσείου και την αναγνώριση της Κρήτης σε διεθνές επίπεδο ως τόπου ανάπτυξης του δυτικού πολιτισμού, καθιστώντας έτσι τις αρχαιότητες του νησιού άξιες προστασίας από τον οθωμανικό έλεγχο και την επιμέλεια του Συλλόγου. Το Κεφάλαιο 6 τελειώνει με τις εντάσεις που προέκυψαν μεταξύ των ντόπιων ανασκαφέων και την στάση τους τους στην ξένη παρουσία που συνεχίστηκε κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας και την ενοποίηση τελικά με την Ελλάδα (π.χ. Federico Halbherr, Arthur Evans, Richard Dawkins, κλπ.). Υποστηρίζω ότι η κρητική αρχαιολογία, κατά τα πρώτα της στάδια, χρησίμευσε ως στρατηγική αντίστασης ενάντια στην διοίκηση των Οθωμανών-Τούρκων. Ταυτόχρονα οριοθετώ το ευρύτερο γεωπολιτικό τοπίο που επέτρεψε να εμφανιστούν και να διατηρηθούν αυτές οι πρακτικές στο νησί. Η αντίσταση, στο πλαίσιο της κρητικής αρχαιολογίας, δεν εκδηλώνεται τόσο με φανερές παρεμβάσεις, αλλά με την χρήση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως πνευματικού μέσου για την άμβλυνση των περιορισμών ως κατεχόμενης περιοχής. Επιπλέον, σχολιάζω τις εσωτερικές ρήξεις που υπήρχαν μεταξύ των Κρητών ανασκαφέων και το όραμά τους για το μέλλον του νησιού, μετά την λήξη της οθωμανικής κυριαρχίας.Files
Genova_uchicago_0330D_14651.pdf
Files
(475.8 MB)
| Name | Size | Download all |
|---|---|---|
|
md5:e00732e983b3e37e4aaf41357b006fe5
|
475.8 MB | Preview Download |
Additional details
Additional titles
- Alternative title
- Στρατηγικές Αντίστασης: Κρητική Αρχαιολογία και Πολιτικά Δίκτυα κατά το τέλος του 19ου και του 20ου αιώνα
Identifiers
- Other
- oai:uchicago.tind.io:1698